Υπάρχουν συσκευές που τις ξεχνάς και υπάρχουν συσκευές που, μόλις τις ξαναπιάσεις, σου θυμίζουν μια ολόκληρη εποχή. Το LG X cam ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Το ξανάβγαλα από το συρτάρι αυτές τις μέρες, του φόρτισα τη μπαταρία και, ομολογώ, με ταξίδεψε πίσω στο 2016, τότε που η LG έκανε κάτι τολμηρό: πήρε το χαρακτηριστικό-ναυαρχίδα του G5, τη διπλή πίσω κάμερα, και το φόρεσε σε ένα mid-range κορμί που κόστιζε ένα κλάσμα της τιμής. Η φιλοσοφία ήταν ξεκάθαρη και, για την εποχή της, σχεδόν επαναστατική — δεν χρειάζεται να πληρώνεις flagship τιμή για να έχεις ένα flagship feature.
Στο χέρι, το X cam εξακολουθεί να εντυπωσιάζει με κάτι που οι σημερινές συσκευές έχουν ξεχάσει: πόσο μικρό και ανάλαφρο ήταν. Μόλις 118 γραμμάρια και πάχος 6,9 χιλιοστών, με διαστάσεις 147,5 x 73,6 mm. Το μπροστινό κρύσταλλο έχει την περίφημη καμπύλη «3D Arc Glass» στις άκρες και ένα brushed-metal μοτίβο στην πλάτη που, παραδόξως, δεν δείχνει φθηνό ακόμα και μια δεκαετία μετά. Ερχόταν σε titanium silver, λευκό, χρυσό και pink gold — χρωματισμοί που σήμερα μοιάζουν σχεδόν vintage. Αν σε ενδιαφέρει γενικότερα τι κάνει μια συσκευή να «κρατάει» στον χρόνο, αξίζει να ρίξεις μια ματιά στα χαρακτηριστικά ενός καλού κινητού, γιατί το X cam είναι ένα ωραίο case study του τι ζύγιζε περισσότερο τότε και τι σήμερα.
Η οθόνη είναι ένα 5,2 ιντσών IPS LCD με ανάλυση Full HD (1920 x 1080) και πυκνότητα 424 ppi. Με σημερινά μάτια, που έχουν συνηθίσει AMOLED πάνελ στα 120Hz, η εικόνα δείχνει πιο «ήσυχη» — δεν έχει το βαθύ μαύρο ούτε τη ζωηράδα ενός σύγχρονου panel. Όμως για ένα mid-range του 2016, η ευκρίνεια ήταν μια χαρά και τα χρώματα ισορροπημένα. Δεν θα σου σκάσει τα μάτια, αλλά ούτε θα σε κουράσει.
Ας πάμε όμως στην καρδιά της υπόθεσης, γιατί το όνομά της δεν είναι τυχαίο: η κάμερα. Στην πλάτη το X cam κουβαλά διπλό σύστημα — έναν κύριο αισθητήρα 13MP με διάφραγμα f/2.0, autofocus και γωνία περίπου 78 μοιρών, μαζί με έναν δεύτερο 5MP ευρυγώνιο φακό στις 120 μοίρες. Είναι ακριβώς η λογική του LG G5 (που είχε 16MP + 8MP), απλώς σε μικρότερη κλίμακα. Ο ευρυγώνιος ήταν η ψυχή της εμπειρίας: σου επέτρεπε να χωρέσεις σε ένα καρέ ένα ολόκληρο μνημείο ή μια παρέα χωρίς να κάνεις τρία βήματα πίσω. Υπήρχε και το «Pop-out Picture», ένα εφέ που υπέρθετε τη λήψη του κανονικού φακού πάνω στον ευρυγώνιο, δημιουργώντας ένα κάδρο μέσα στο κάδρο. Παιχνιδιάρικο, ναι, αλλά δείχνει πόσο νωρίς πειραματιζόταν η LG με τα δύο μάτια στην πλάτη. Μπροστά υπάρχει αισθητήρας 8MP για selfies και βιντεοκλήσεις. Αν σε πιάσει η όρεξη για καλύτερες λήψεις γενικά, οι συμβουλές για καλύτερες φωτογραφίες ισχύουν παντού, ανεξαρτήτως συσκευής.
Κάτω από το καπό τα πράγματα ήταν πιο μετρημένα. Ο επεξεργαστής είναι ένας MediaTek MT6753, οκταπύρηνος Cortex-A53 στα 1,14 GHz, με γραφικά Mali-T720, συνοδευόμενος από 2GB RAM και 16GB εσωτερικό χώρο που, ευτυχώς, επεκτείνεται με microSD. Ήταν ένας τίμιος αλλά όχι ιδιαίτερα δυνατός συνδυασμός ακόμα και για το 2016 — το X cam δεν αγόραζες για το benchmark, αλλά για την κάμερα. Στην καθημερινή χρήση σήμερα νιώθεις τα όριά του: το Android 6.0 Marshmallow με το οποίο κυκλοφόρησε μοιάζει αρχαιολογικό εύρημα, τα σύγχρονα apps το ζορίζουν και το multitasking δυσκολεύει με τόση λίγη μνήμη. Αν θες μια σύγκριση με το τι έκανε καλύτερα τη δουλειά εκείνη την περίοδο στην ίδια κατηγορία τιμής, το Xiaomi Redmi Note 7 και το Huawei P9 είναι δύο ξεκάθαρα σημεία αναφοράς.
Η μπαταρία είναι ίσως το πιο αδύναμο σημείο. Με 2.520 mAh, ακόμα και το 2016 δεν ήταν γενναιόδωρη, και σήμερα που οι εφαρμογές «πίνουν» περισσότερη ενέργεια θα παλέψεις να βγάλεις μια πλήρη μέρα. Φόρτιση γίνεται μέσω microUSB 2.0 — όχι Type-C, όχι ασύρματη, όχι κάποιο fast charging άξιο λόγου. Αν θες να καταλάβεις πόσο έχει αλλάξει η διαχείριση ενέργειας από τότε, η μπαταρία στο smartphone είναι ξεχωριστή κουβέντα από μόνη της. Στα θετικά, κρατάει την υποδοχή ακουστικών 3,5mm, διαθέτει Bluetooth 4.2 και LTE, ενώ δεν έχει καμία πιστοποίηση αντοχής σε νερό ή σκόνη.
Πού κάθεται λοιπόν το X cam σε σχέση με τη γενιά του; Ήταν ένα από τα πρώτα προσιτά κινητά που έφεραν τη διπλή κάμερα στους πολλούς, σε μια εποχή που το feature αυτό ήταν προνόμιο των ναυαρχίδων. Η ίδια η LG το συνέχισε αργότερα με συσκευές όπως το LG Q6 και, σε άλλο επίπεδο, το LG V30 και το LG G7 ThinQ, όπου η φιλοσοφία του ευρυγώνιου φακού ωρίμασε πλήρως. Με αυτή την έννοια, το X cam ήταν ένας μικρός πρόδρομος — ένα κινητό που έλεγε «η διπλή κάμερα δεν είναι πολυτέλεια».
Αξίζει να το πάρεις το 2026; Ρεαλιστικά, ως κύρια συσκευή όχι — το λογισμικό, η μνήμη και η μπαταρία δεν συμβαδίζουν με τις απαιτήσεις της εποχής, και ακόμα και τα φθηνότερα σημερινά μοντέλα το ξεπερνούν άνετα. Ως δεύτερο τηλέφωνο, ως συσκευή νοσταλγίας ή ως ένα κομμάτι ιστορίας της κινητής φωτογραφίας, όμως, παραμένει συναρπαστικό. Αν ψάχνεσαι σοβαρά για αγορά σήμερα, καλύτερα ξεκίνα από τον οδηγό για το πώς να επιλέξεις το τέλειο κινητό. Το LG X cam, πάντως, μου θύμισε κάτι όμορφο: ότι κάποτε η καινοτομία σήμαινε να δίνεις στους πολλούς αυτό που είχαν μόνο οι λίγοι.